Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Αποτέλεσμα εικόνας για μακεδονικος αγωνας


Τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 διαδέχτηκε ο Μακε­δονικός Αγώνας του 1904 -1908. Κατ’ αυτόν, οι Έλληνες της Μακεδονίας και Έλληνες από τη λοιπή Ελλάδα, με τη συγκατάθεση της Ελληνικής Κυβερνήσεως, αντιμετώπισαν όλες τις ανθελληνικές ενέργειες του Βουλγα­ρικού Κομιτάτου, των πολυάριθμων πρακτόρων του και των ένοπλων κομι­τατζήδων του, που απέβλεπαν στον αφανισμό του Ελληνισμού της Μακε­δονίας και την πραγματοποίηση του βουλγαρικού επεκτατισμού.
Ο αγώνας αυτός ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για τους Έλληνες, γιατί οι κατακτητές, Τούρκοι ουσιαστικά, κώφευαν και σε πολλές περιπτώσεις επενέβαιναν κατά του ελληνικού στοιχείου και των ελληνικών δικαίων και υ­πέρ των Βουλγάρων. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, οιΈλληνες βρέθηκαν αντιμέτωποι ακόμα και των Σέρβων, καθώς και των οπαδών της ρουμανικής προπαγάνδας. Αλλά και οι Μ. Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρουγγαρία, Γερμανία), επιθυμώντας τη ρύθμιση του μεγάλου Μακεδο­νικού Προβλήματος σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, αδιαφορούσαν για την τύχη του δοκιμαζόμενου τότε Μακεδονικού Ελληνισμού.
Η κατανόηση του Μακεδονικού Αγώνα και κυρίως των ιστορικών, νομι­κών και ηθικών ερεισμάτων του, απαιτεί βαθύτερη γνώση των γεγονότων, που προηγήθηκαν ειδικότερα των όσων συνέβησαν κατά τα μέσα του 19. αιώνα. Τότε, ως Μακεδονία θεωρούσαν όλα τα υπό την Οθωμανική Αυτο­κρατορία εδάφη που περιλαμβάνονται μεταξύ Ροδόπης Αιγαίου – Ολύμπου – Χασίων – Πίνδου – Σκάρδου – Ορέων Μοισίας. Η περιοχή αυτή ήταν χωρισμένη σε τρία Τουρκικά Βιλαέτια (Γενικές Διοικήσεις), της Θεσσαλο­νίκης, του Μοναστηριού και των Σκοπίων (Κοσόβου).
Το τμήμα της παραπάνω περιοχής, που εκτείνεται νότια της γενικής γραμμής Μοναστήρι – Κερκίνη (Μπέλες) – Νέστος, μέχρι Ολύμπου – Χασίων- Πίνδου, αποτελεί τον εδαφικό χώρο μέσα στον οποίο έλαβαν χώρα τα κύ­ρια πολεμικά γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα, μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, και σε ορισμένες περιπτώσεις και μεταξύ Ελλήνων και Τούρ­κων.

Η Βουλγαρική Δράση στη Μακεδονία μέχρι το 1904.

Τα αίτια που προκάλεσαν το Μακεδονικό Αγώνα, αν και εκ πρώτης όψεως ανάγονται στις ανθελληνικές ενέργειες και τον ένοπλο αγώνα των Βουλγάρων στο χώρο της Μακεδονίας, είναι, ωστόσο, πολύ βαθύτερα και έχουν τις ρίζες τους στο μεγάλο Ανατολικό Ζήτημα. Κατά τα μέσα του 19. αιώνα, επιδιώκοντας η Τσαρική Ρωσία την έξοδό της προς το Αιγαίο, με άλ­λες πια μεθόδους, θα χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτόν τους Βουλγά­ρους.
Ειδικότερα, το έτος 1870, κατόπιν ενεργειών της Ρωσίας, ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη η αυτοκέφαλη βουλγαρική εκκλησία (Εξαρχία), η οποία έχει ως σκοπό την απόσχιση από το Πατριαρχείο κατ’ αρχήν όλων των ομιλούντων το σλαβόφωνο ιδίωμα των Μακεδονικών περιοχών και τη δημιουργία σχισματικών εξαρχικών Μητροπόλεων. Ολόκληρη η προσπά­θεια των Βουλγάρων στρέφεται στον προσεταιρισμό των δύο τρίτων του πληθυσμού των χωριών, με σκοπό την πλήρη απομάκρυνση τους από το Πατριαρχείο και το διορισμό σχισματικών ιερέων και δασκάλων, για τον εκβουλγαρισμό των περιοχών. Έκτοτε, η βουλγαρική προπαγάνδα θα εντείνεται και από θρησκευτική θα γίνεται εθνική.
Με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, του 1878, που επιβλήθηκε, μετά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877, από τη Ρωσία στην Τουρκία, θα επιζητηθεί η δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας. Τα όρια αυτής προβλεπόταν να περιλάβουν ολόκληρη τη Μακεδονία, πλην Θεσσαλονίκης – Χαλκιδικής, και να φτάσουν μέχρι το Δούναβη και την Κορυτσά. Η δημιουργούμενη με αυτήν τη Συνθήκη θανάσιμη απειλή κατά της Μακεδονίας και η γενικότερη επί του Ανατολικού Ζητήματος αναστάτωση, προκάλεσαν την αντίδραση, όχι μόνο της Ελλάδας και της Σερβίας, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της Ευ­ρώπης. Τελικά, με τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878, η Συνθήκη του Α­γίου Στεφάνου ανατράπηκε.
Όμως, το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας θα εξακολουθήσει να απο­τελεί στόχο της βουλγαρικής πολιτικής. Η προσπάθεια εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας θα κατευθύνεται από τη Σόφια, από την οποία το 1885 εκ­πορεύεται το πραξικόπημα προσαρτήσεως της αυτόνομης περιοχής της Α­νατολικής Ρωμυλίας στη Βουλγαρία. Η επιτυχία του πραξικοπήματος είχε κατόπιν ως συνέπεια τη σταδιακή εκρίζωση και μερική εξόντωση 100.000 Ελλήνων, που κατοικούσαν στην περιοχή, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του έτους 1906.
Από το έτος 1895, άρχισε η αποστολή από τη Βουλγαρία στη Μακεδο­νία ομάδων ένοπλων κομιτατζήδων. Αυτές αμέσως ανέλαβαν έντονη δρά­ση, κυρίως στη Βόρεια και Ανατολική Μακεδονία, με βασικό στόχο την αποδυνάμωση του Ελληνισμού. Για την εξαπάτηση μάλιστα των πληθυσμών, το Βουλγαρικό Κομιτάτο εμφανιζόταν με δύο μορφές (οργανώσεις), κατευθυνόμενες από τη Σόφια. Η πρώτη, ως αγωνιζόμενη για τη δημιουργία ανε­ξάρτητης Μακεδονίας, και η δεύτερη, για την άμεση προσάρτηση της Μα­κεδονίας στη Βουλγαρία.
Το υπό την πρώτη του μορφή Κομιτάτο ονομάστηκε Εσωτερική Μακε­δονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) και χρησιμοποιούσε το σύνθημα «Η Μακεδονία δια τους Μακεδόνες». Αυτή καλούσε τους Έλληνες, Σέρβους, Βουλγάρους, Αλβανούς, Βλάχους και Τούρκους να γίνούν μέλη του, αποκαλούμενα Σαντραλιστές (από το Σαντράλ Κομιτέτ). Το υπό τη δεύτερη μορφή Κομιτάτο εμφανιζόταν απροκάλυπτα ως Βουλγαρικό και τα μέλη του λέγονταν Βαρχοβιστές (από το Βαρχόβ Κομιτέτ).
Κατά τα έτη 1897 -1899, η δράση των κομιτατζήδων εντάθηκε σε ολό­κληρη τη Μακεδονία, με κύρια χαρακτηριστικά τους διωγμούς και την κα­ταπίεση των Ελλήνων, ακόμα και την κατασυκοφάντησή τους στις Τουρκι­κές Αρχές. Την περίοδο αυτή, μόνο στην περιοχή Θεσσαλονίκης, δολοφονήθηκαν 40 Έλληνες πρόκριτοι υπό τα αδιάφορα όμματα των Τούρκων. Οι βουλγαρικές θηριωδίες συνεχίστηκαν και κατά τα επόμενα έτη, και ο Άγ­γλος Πρόξενος Θεσσαλονίκης, σε έκθεσή του κατά το 1902, έγραφε: «Η δολοφονία είναι το κυριότερο όπλο των κομιτάτων. Δεν υποχωρούν προ ουδενός. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδας εφονεύθησαν Έλληνες κατά τα τελευταία 6 έτη».
Στις 20 Ιουλίου 1903, ημέρα του Προφήτη Ηλία, το βουλγαρικό κομιτά­το κηρύσσει την επανάσταση του Ηλί Ντέν (δηλαδή «Ηλιού ημέρα»), η ο­ποία, στην πράξη, αποτελούσε σειρά τρομοκρατικών ενεργειών κομιτατζή­δων, άριστα εξοπλισμένων. Επρόκειτο για μία ψευδεξέγερση απελευθερω­τικού δήθεν χαρακτήρα, με εντυπωσιακές ενέργειες στην περιοχή Μονα­στηριού, στην οποία παρασύρθηκαν και πολλοί Έλληνες αγρότες. Η βουλ­γαρική προπαγάνδα φρόντισε να παρουσιάσει, στο εξωτερικό, την ψευδε­ξέγερση αυτήν ως καθολική επανάσταση των χριστιανών της Μακεδονίας. Ακολούθησε επέμβαση του τουρκικού Στρατού για την καταστολή της, με βαριές συνέπειες, κυρίως κατά των Ελλήνων και των χωριών τους, και με α­ποκορύφωμα την καταστροφή του Κρουσόβου (δυτικά Περλεπέ – όπου κα­τοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες, ακμαίου ηθικού).
Οι αγριότητες και καταστροφές, που διαπράχτηκαν από τον Τουρκικό Στρατό, προκάλεσαν την επέμβαση των Μ. Δυνάμεων και την αποδοχή από την Τουρκία του Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων της Μυρστέγης.Ή Μα­κεδονία διαιρέθηκε σε 5 ζώνες, ενώ η επίβλεψη της καθεμιάς ανατέθηκε σε μία Ευρωπαϊκή Δύναμη. Το πρόγραμμα αυτό κανένα θετικό στοιχείο δεν είχε να προσφέρει στον Ελληνισμό. Αντίθετα, το βουλγαρικό κομιτάτο αύ­ξησε τις διώξεις εναντίον των Ελλήνων και, το σοβαρότερο, εξαγόραζε τους ξένους αξιωματικούς που διεύθυναν ολόκληρα διαμερίσματα και α­σκούσαν έλεγχο στην τουρκική χωροφυλακή. Με την αποτρόπαια δράση του κομιτάτου, μέχρι το 1904, οι Βούλγαροι είχαν επιτύχει την υπαγωγή στην Εξαρχία 130 ελληνικών κοινοτήτων. Ο Ελ­ληνισμός των περιφερειών Μοναστηριού και Θεσσαλονίκης τελούσε υπό συνεχή τρομοκρατία. Οι κομιτατζήδες αποθρασύνθηκαν τελείως και άρχι­σαν να εισδύουν και να περισφίγγουν τις περιοχές Βέροιας, Νάουσας και Καστοριάς.
Ο Μακεδονικός Αγώνας εξελίχθηκε σε τρεις φάσεις:
  • 1η Φάση 1870-1897: Ένταση της Βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία.
  • 2η Φάση 1897-1904: Τρομοκρατία των Ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας από τα βουλγαρικά κομιτάτα.
  • 3η Φάση 1904-1908: Ένοπλος αγώνας των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων εναντίον των Βούλγαρων Κομιτατζήδων στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.

Η Ελληνική Άμυνα στη Μακεδονία μέχρι το 1904

Κατά τα πρώτα βήματα της βουλγαρικής δράσεως, η Ελλάδα πα­ρέμεινε αμέτοχη, γιατί ήταν στρατιωτικά ανοργάνωτη και φοβόταν πόλεμο εναντίον της από την Τουρκία. Η «Εθνική Εταιρεία», που συστάθηκε με πρωτοβουλία της στην Αθήνα, συγκρότησε και έστειλε στη Μακεδονία από το 1896, για την τόνωση του φρονήματος του Ελληνισμού, 8 μικρά ανταρτικά σώματα, τα οποία σημείωσαν σοβαρή δράση. Το σημαντικότερο από αυ­τά, το σώμα υπό τον Μπρούφα, έφτασε μέχρι το Καθαντάρτσι, όπου κυ­κλώθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους το ίδιο έτος.
Η Κρητική Επανάσταση του 1896 και ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 αποθάρρυναν κάθε σοβαρή ενέργεια από την Ελεύθερη Ελλάδα. Στη Μακεδονία μόνο η Εκκλησία και το Σχολείο παρέμειναν ως πόλοι συσπειρώσεως και τονώσεως του Ελληνισμού. Οι πρώτες εκδηλώσεις ενεργού άμυνας άρχισαν από το 1902, στην περιοχή Καστοριάς, με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη.
Ο Καραβαγγέλης, ύστερα από μυστική συνάντηση με το Μακεδόνα ο­πλαρχηγό Κώττα (ο οποίος βρισκόταν στο βουνό με μια ολιγάριθμη ομάδα, διωκόμενος από τους Τούρκους) και λίγο αργότερα με τον καπετάν Βαγ­γέλη, οργανώνει την πρώτη ένοπλη αντίσταση του μακεδονικού Ελληνι­σμού κατά των κομιτατζήδων. Με θαρραλέες μαλιστα περιοδείες του αγω­νιστή ιεράρχη σε ολόκληρη την περιοχή του, επιτυγχάνεται και η οργάνω­ση ενός αποτελεσματικού δικτύου πληροφοριών, που, αργότερα, θα βοη­θήσει όλα τα σώματα από την ελεύθερη Ελλάδα. Τα σώματα Κώττα και Βαγγέλη, ύστερα από πλούσια εθνική δράση, θα εξοντωθούν σταδιακά από τους Τούρκους και τους Βουλγάρους, αντίστοιχα.
  • Κατά το 1903, οι εκκλήσεις από τη Μακεδονία για αποστολή αντάρτι­κών σωμάτων έγιναν περισσότερο επίμονες και δραματικές. Ο μητροπολί­της Καραβαγγέλης και ο πρόξενος και υποπρόξενος Μοναστηριού Κυπραίος και Ίων Δραγούμης ζητούσαν με εκθέσεις τους την ανάληψη της άμυνας από το επίσημο Ελληνικό Κράτος.
  • Στις αρχές του 1904, ιδρύθηκε στην Αθήνα από το Δημήτριο Καλαποθάκη, ιδιοκτήτη της εφημερίδας «Εμπρός», το Μυστικό Ελληνικό Μακεδο­νικό Κομιτάτο, με σκοπό την οργάνωση και διεξαγωγή της άμυνας. Παράλ­ληλα, αποφασίστηκε η τοποθέτηση ως Γενικών Προξένων, στη Θεσσαλονί­κη του Λάμπρου Κορομηλά και στο Μοναστήρι του Δημητρίου Καλλέργη. Το Μάρτιο του ίδιου έτους συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη μεγάλο συλλα­λητήριο κατά των βουλγαρικών βανδαλισμών. Παρόμοια συλλαλητήρια έγιναν και στις πόλεις Μοναστήρι, Σέρρες και Δράμα.
  • Την άνοιξη του 1904, βρίσκονται μόνιμα στη Μακεδονία, οι περισσότε­ρες στη Δυτική Μακεδονία – Μοναστήρι, 20 οργανωμένες βουλγαρικές συμμορίες κομιτατζήδων, συνεχώς αυξανόμενες. Η καθε συμμορία διέθετε δύναμη 150-200 κομιτατζήδες, οι οποίοι δρούσαν σε μικρές Ομάδες, ε­φαρμόζοντας την τακτική της ενέδρας και γενικά του ανορθόδοξου αγώνα. Απέφευγαν τις συγκρούσεις με τα τουρκικά στρατεύματα και υποστηρίζον­ταν από τους οπαδούς της ΕΜΕΟ, που ήταν οργανωμένοι σε επαναστατι­κές επιτροπές στις πόλεις και τα χωριά. Πάντως, σε ολόκληρη τη Μακεδονία, οι οπαδοί της ΕΜΕΟ ήταν, κατά το 1904, περί τις 15 – 20 χιλιάδες.
  • Τον Αύγουστο του 1904, έφτασαν στη Μακεδονία 3 μικρά σώματα (Μπόλα, Κόκκινου, Καούδη) από την ελεύθερη Ελλάδα. Μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου 1904, επισκέπτεται με ψευδώνυμο τη Μακεδονία δύο φορές, για επιτόπια μελέτη της καταστάσεως, ο Ανθυπολοχαγός του Πυροβολι­κού Παύλος Μελάς (απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων τάξεως 1891). Τη νύχτα 27/28 Αυγούστου, ο Παύλος Μελάς διάβαινε για τρίτη φορά, την ελ­ληνοτουρκική μεθόριο και έφτανε πλέον στη Δυτική Μακεδονία, επικεφα­λής, τώρα, σώματος 30 ανδρών, ως αρχηγός των σωμάτων Δυτικής Μακε­δονίας. Έτσι, η αποφασιστική επέμβαση του Ελληνικού Κράτους στις Μα­κεδονικές εξελίξεις έγινε επιτέλους γεγονός.
  • Στις 30 Αυγούστου 1904, Ο Π. Μελάς και το σώμα του έφτασαν στο Κω- σταράζι Καστοριάς και τις επόμενες ημέρες επισκέφτηκαν τα Ασπρώγια φλώρινας και τις γύρω περιοχές Καστοριάς και φλώρινας. Παντού γινόταν δε­κτός με ακράτητο εθνουσιασμό και πολλοί τον ακολουθούσαν ως αντάρ­τες. Σε όλα τα χωριά οργανώνει ένοπλες ομάδες για την αυτοάμυνά τους. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Δυτική Μακεδονία αλλάζει μορφή. Μάχεται γενναία και με επιτυχία κατά των Βουλγάρων, ενώ στους αιχμα­λώτους του και τους χωρικούς που είχαν εκτραπεί συμπεριφέρεται με ανδροπρέπεια και υψηλοφροσύνη. Όλες του τις κινήσεις παρακολουθεί ο ύ­πουλος μηχανισμός του Βουλγαρικού κομιτάτου (ΕΜΕΟ) και επανειλημμέ­να προδίδεται στις τουρκικές Αρχές.
  • Στις 12 Οκτωβρίου 1904, το σώμα Μελά βρέθηκε στο χωριό Στάτιστα (σημερινό όνομα Μελάς) των Κορεστίων (περιοχή Βίτσι όρος), όπου και πα­ρέμεινε μέσα σε σπίτια. Τις εσπερινές ώρες της 13 Οκτωβρίου ισχυρό τουρκικό τμήμα έφτασε στη Στάτιστα και αμέσως κύκλωσε τα σπίτια διαμο­νής των ανδρών του σώματος. Οι προσχεδιασμένες κινήσεις των Τούρκων έδειχναν σαφώς ότι επρόκειτο για προδοσία της ΕΜΕΟ. Ο Μελάς βρέθηκε σε μη αναμενόμενη κατάσταση και πραγματοποίησε τολμηρή έξοδο από το σπίτι που έμενε, για να αντιληφθεί καλύτερα τα συμβαίνοντα. Πριν όμως περάσει την αυλόθυρα, βλήθηκε από τουρκική βολίδα και ύστερα από λίγο εξέπνευσε . Πριν εκπνεύσει, έβγαλε το σταυρό από το λαιμό του και τον έ­δωσε στο σύντροφό του Πύρζα, με την παράκληση «να δοθεί στη γυναίκα του Ναταλία». Επίσης, ζήτησε «το ντουφέκι του να δοθεί στο γιο του Μίκη». Το νεκρό έθαψαν πρόχειρα έξω από τη Στάτιστα (Μελάς), σε ασφαλές μέρος. Μετά από μερικές ημέρες οι συμπολεμιστές του τον ξέθαψαν για να τον μεταφέρουν στο Μοναστήρι. Όμως, αιφνίδια, στην περιοχή έκανε την εμφάνισή του ένα τουρκικό απόσπασμα, οπότε μη δυνάμενοι να μετα­φέρουν ολόκληρο το νεκρό, του έκοψαν το κεφάλι και το έθαψαν με τιμές στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής του Πισοδερίου, μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο θάνατος του Π. Μελά διαδόθηκε ταχύτατα στη Μακεδονία και την ε­λεύθερη Ελλάδα. Παντού θρηνήθηκε ως εθνικός ήρωας. Η συνταρακτική είδηση του χαμού του, αντί να πτοήσει, χαλύβδωσε τις ψυχές όλων, και πολλοί συνάδελφοί του παρακινήθηκαν να ακολουθήσουν το δρόμο του προς τη Μακεδονία. Από τη στιγμή εκείνη όλοι οι Έλληνες αντιλήφθηκαν, ότι ζωτικά συμφέροντα του Έθνους διακυβεύονταν στο Μακεδονικό χώρο.
  • Προς το τέλος του 1904, έφταναν στη Δυτική Μακεδονία αρχικά το σώμα του Ανθυπολοχαγού Κατεχάκη και ακολούθως το σώμα του ομοιοβάθμου του Τσόντου, με ικανότατους οπλαρχηγούς και άνδρες, που ορι­σμένοι απ’ αυτούς είχαν εκπαιδευτεί στο ειδικό κέντρο της Βουλιαγμένης (Αθηνών) από το 1903. η δράση των σωμάτων αυτών κατά των κομιτατζή­δων των περιοχών Φλώρινας – Καστοριάς επέφερε σύγχυση και μεγάλες ζημιές στις τάξεις του βουλγαρικού κομιτάτου, ανησυχία στις τουρκικές Αρχές και εδραίωση του φρονήματος των Μακεδόνων.

Η Εξέλιξη της Ελληνικής Άμυνας στη Μακεδονία κατά τα Έτη 1905 – 1908

Από τις αρχές του 1905, ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία συ­στηματοποιείται περισσότερο, τόσο από πλευράς πολεμικής τακτικής των σωμάτων, όσο και από πλευράς οργανώσεως της άμυνας των χωριών. Τα σώματα κατά την ημέρα παραμένουν στην ύπαιθρο, σε κατάλληλους μυστι­κούς χώρους, και, μόνο τη νύχτα, εισέρχονται στα χωριά. Παράλληλα και ταυτόχρονα, ο ελληνικός μηχανισμός της άμυνας των χωριών κινητοποιεί­ται και, από κοινού, λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας.
Αλλά και γενικότερα, από το 1905, ο αγώνας επεκτείνεται στην Κεντρι­κή και Ανατολική Μακεδονία, με την είσοδο κυρίως από την Ελεύθερη Ελ­λάδα ανταρτικών σωμάτων υπό αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Τα σώ­ματα αυτά, πυκνούμενα από Μακεδόνες, αντιμετωπίζουν με επιτυχία τόσο τους κομιτατζήδες, όσο και την πολιτική διάρθρωση του βουλγαρικού κομι­τάτου, ενώ αποφεύγουν, κατά το δυνατό, τις συγκρούσεις με τον τουρκικό Στρατό. Παράλληλα, πολλοί αξιωματικοί, με άλλη ιδιότητα, αποσπώνται σε όλα τα ελληνικά Προξενεία της Μακεδονίας για να υπηρετήσουν τον αγώ­να. Το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης γίνεται, για τις υπόψη περιφέρειες, ουσιαστικό κέντρο οργανώσεως και διευθύνσεις των επιχειρήσεων.
Περί το τέλος του 1905, στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, από τον Όλυμπο – τα Πιέρια – το Βέρμιο – το Καϊμακτσαλάν – το Πάϊκο και μέχρι τη Γευγελή – τις Σέρρες – τη Δράμα και τη Χαλκιδική, δρουν 14 περίπου ελ­ληνικά σώματα, δυνάμεως 10-40 ανδρών, και μέσα στα περισσότερα χω­ριά ανά 2-10 μυστικοί πολιτοφύλακες.
Το έτος 1906, ο ελληνικός αγώνας συνεχίζεται με μεγαλύτερη δραστη­ριότητα. Επίκεντρο αυτού γίνεται η λίμνη των Γιαννιτσών (ο Βάλτος όπως λεγόταν), η οποία, λόγω θέσεως, επηρέαζε τον έλεγχο των οδών Θεσσαλο­νίκης – Βέροιας, Θεσσαλονίκης – Σκύδρας και Βέροιας – Σκύδρας. Το δυτι­κό μέρος της λίμνης κατείχαν οι κομιτατζήδες, ενώ το ανατολικό, προς το Ζερβοχώρι, οι Έλληνες. Αρχικά, το σώμα του Δεμέστιχα και, στη συνέχεια, των Πραντούνα, Παπατζανετέα και του Υπολοχαγού Τέλου Αγαπηνού (Ά­γρα), κατάφεραν με σκληρούς αγώνες και σταδιακώς να επιβληθούν και να επηρεάσουν ακόμα και τον αγώνα στις γύρω περιοχές.
Και ενώ στην ύπαιθρο όλα βαίνουν καλώς, επιτακτική παρουσιάζεται η ανάγκη οργανώσεως του αγώνα και στις πόλεις. Η πρώτη συστηματική Ορ­γάνωση πόλεως εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη (υπό τον Ανθυπολοχαγό πε­ζικού Σουλιώτη – Νικολαΐδη), η οποία την εποχή αυτήν αποτελούσε κέντρο πολιτικού – πολιτιστικού – στρατιωτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος ο­λόκληρης της Βαλκανικής. Έχοντας η Οργάνωση πρωτότυπη μυστική διάρ­θρωση και ενεργώντας με εξαιρετική μέθοδο και τρόπους, και χρησιμο­ποιώντας ακόμα και τη βία – και τις δολοφονίες, πέτυχε την εξάρθρωση της βουλγαρικής δραστηριότητας, τον έλεγχο της πόλεως και την πύκνωση του ελληνικού πληθυσμού της. Παράλληλα οργανωτική εργασία σημειώθη­κε και στις πόλεις Μοναστήρι, Σέρρες, Δράμα, Καβάλα και άλλες.
Στη διάρκεια του 1906, τα ελληνικά σώματα, σε ολόκληρη σχεδόν τη Μακεδονία, διεξάγουν σκληρούς αγώνες με τον τουρκικό Στρατό και τις βουλγαρικές τσέτες (συμμορίες), με πολλά ατυχήματα και απώλειες. Στη μεγάλη μάχη της Οσνίτσανης (Καστανόφυτο – περιοχής Νεστορίου Γράμ­μου), το Μάιο 1906, το σώμα του Ανθυπολοχαγού Βλαχάκη αντιμετωπίζει Τούρκους και Βουλγάρους και μετά από ηρωικό αγώνα φονεύεται ο Βλα- χάκης και ο υπαρχηγός του Πετροπουλάκης (φοιτητής), αφού προξένησαν μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους τους και αποδυνάμωσαν γενικότερα το μηχανισμό της ΕΜΕΟ.
Οι κομιτατζήδες και οι πράκτορες τους της ΕΜΕΟ, αδυνατώντας να αντιπαραχτούν προς τα ελληνικά σώματα, χρησιμοποιούν σε πολές περι­πτώσεις την προδοσία και τη δολοφονική μάχαιρα. Μέσα στο 1906, οι δολο­φονίες κατά απλών Μακεδόνων πολιτών έφτασαν τις 365 έναντι 325 του έ­τους 1905. Ταυτόχρονα, τα ελληνικά σώματα αντιμετωπίζουν και έναν τρί­τον αντίπαλο, το Ρουμανικό Μακεδονικό Κομιτάτο, που, από το 1905, έχει αναπτύξει δράση στις περιοχές Ολύμπου – Βερμίου – Γρεβενών και Πίνδου, με στόχο της προπαγάνδας του τους Έλληνες βλαχόφωνους.
Τον Ιούλιο του 1906, μη δυνάμενοι να αντιδράσουν κατ’ άλλον τρόπο οι Βούλγαροι στη Μακεδονία, αρχίζουν τους μεγάλους διωγμούς των Ελλή­νων της Ανατολικής Ρωμυλίας, με πρώτο στόχο τη Φιλιππούπολη, το Τατάρ-Παζαρτζίκ, τη Στενήμαχο και την ακρόπολη του Ελληνισμού Αγχίαλο. Οι βανδαλισμοί και οι καταστροφές τους επεκτάθηκαν αργότερα σε ολό­κληρη την Ανατολική Ρωμυλία και στη Βουλγαρία και έτσι πολλές δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων προσφύγων αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Ελλάδα.
Το έτος 1907, ο ελληνικός αγώνας συνεχίζεται με την ίδια δραστηριό­τητα. Τα ελληνικά σώματα, ενισχυόμενα και με νέα, προωθούνται βορειό­τερα, φτάνουν στον Περλεπέ και υπερβαίνουν τη Γευγελή και τη Στρώμνιτσα. Παρόλες όμως τις προόδους, ο ύπουλος μηχανισμός του βουλγαρι­κού κομιτάτου πέτυχε, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Οκτώβριο, να εξοντώ­σει περί τους 223 Έλληνες και 325 σλαβόφωνους φιλελληνικών τάσεων.
Από τις αρχές του 1908, τα ελληνικά σώματα, δυνάμεως 10-40 ανδρών, βρέθηκαν σε αρκετά πλεονεκτική θέση, τόσο από πλευράς κύρους, γοή­τρου και ισχύος, όσο και από πλευράς θέσεων. Η υπεροχή τους έναντι των Βουλγάρων ήταν αισθητή και αναμφισβήτητη. Στη Δυτική Μακεδονία, ο α­γώνας συνεχίζεται δραστήρια με αποκορύφωμα τις νικηφόρες συγκρούσεις Ιεροπηγής και Πιπερίτσας (περιοχή Βεύης).
Στις άλλες περιοχές της Μακεδονίας τα ελληνικά σώματα σταθερο­ποίησαν τα αποτελέσματα των προηγούμενων ετών, ενώ στις πόλεις η ελ­ληνική κυριαρχία έγινε αδιαμφισβήτητη. Το Φεβρουάριο του 1908, δολοφονήθηκε από τους Βουλγάρους ο Θεόδωρος Ασκιτής, διερμηνέας του ελλη­νικού Γενικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη. Η τοπική ελληνική Οργάνωση ανταπέδωσε ακαριαία τη δολοφονική ενέργεια, με πολλά και παρόμοια πλήγματα. Επίσης, κατά το ίδιο έτος 1908, δολοφονήθηκε ο μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος.
Στις 9 Ιουλίου 1908, έγινε το κίνημα των Νεοτούρκων, το οποίο έθεσε τέρμα στο Μακεδονικό Αγώνα. Οι Βούλγαροι βρήκαν δικαιολογία να κατα­θέσουν τα όπλα τους, χωρίς να ομολογήσουν την ήττα τους. Κατόπιν αυ­τών τα ελληνικά σώματα, έχοντας εκπληρώσει τον προορισμό τους, διαλύ­θηκαν ομαλά.

Οι Πρωτεργάτες του Ένοπλου Αγώνα και οι Απώ­λειες.

Στον ένοπλο αγώνα του Ελληνικού Έθνους στη Μακεδονία συμμετείχαν:
  • Ως αρχηγοί σωμάτων, αξιωματικοί 54, υπαξιωματικοί 8 και
    ιδιώτες 20.
  • Ως οπλαρχηγοί, περίπου 75 υπαξιωματικοί και περισσότε­ροι από 50 ιδιώτες.
  • Ακαθόριστος αριθμός ομαδαρχών και ανταρτών, από την Ελεύθερη Ελλάδα και τη Μακεδονία.
Για την επιτυχία του μεγάλου εθνικού έργου του Μακεδονι­κού Αγώνα σκοτώθηκαν:
  • Από τους αρχηγούς σωμάτων, αξιωματικοί 10, ιδιώτες 5.
  • Από τους οπλαρχηγούς και ομαδάρχες 55.
  • Οπλίτες των σωμάτων και άμεσοι συνεργάτες τους (πράκτορες-πληροφοριοδότεςς) 570.
  • Ακαθόριστος αριθμός λοιπών αγωνιστών από τη Μακεδο­νία, οι οποίοι με διάφορους άλλους τρόπους συνέβαλαν στην επιτυχία του Αγώνα.
Το μεγαλύτερο φόρο αίματος στο Μακεδονικό Αγώνα, μετά τη Μακεδονία, πλήρωσε η Κρήτη. Υπολογίζεται ότι οι Κρήτες αγωνιστές που έπεσαν ανέρχονται σε 136. Επίσης, στο μεγάλο φόρο του αίματος συνέβα­λαν με τη θυσία τους γενναίοι αγωνιστές από τη Μάνη, Μεσσηνία, Αρκαδία, Αθήνα, Ρούμελη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Θράκη, Μ. Ασία και από κάθε γωνία του Ελεύθερου Ελληνισμού.

Διαπιστώσεις-Συμπεράσματα

Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία, κατά τα έτη 1904-1908, στέφθηκε από επιτυχία και έσωσε τη Μακεδονία από τη βουλγαρική και σλαβι­κή απειλή. Παράλληλα, ανυψώθηκε το πολεμικό φρόνημα του ελληνικού λαού, που είχε καταπέσει μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 και προπαρασκευάστηκε, σε μεγάλο βαθμό, το έδαφος των θριάμβων του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913.
Η Μεγάλη Εκκλησία και το Ελληνικό Σχολείο υπήρξαν οι πρώτοι στόχοι της σλαβικής προπαγάνδας και του βουλγαρικού κομιτάτου. Όμως, αντιστάθηκαν με πείσμα και συνέχισαν δραστήρια και σταθερά το εθνοσωτήριο έργο τους. Ιδιαίτερα, η Εκκλησία υπήρξε σανίδα σωτηρίας του γένους και της πίστεως. Η προσφορά της υπήρξε ανυπολόγιστη, το έργο της σωτήριο και η απήχησή της τεράστια.
Ο Ίων Δραγούμης και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ιδεολόγοι και ενθουσιώ­δεις, υπήρξαν οι κήρυκες και οι απόστολοι της ιδέας της ένοπλης άμυνας, ενώ ο Δημήτριος Καλλέργης και ο Λάμπρος Κορομηλάς, έμπειροι και γνώ­στες του μεγάλου μακεδονικού προβλήματος, αναδείχτηκαν οι κατ’ εξοχήν οργανωτές της.
Ο Παύλος Μελάς υπήρξε ενθουσιώδης πρωταγωνιστής της Μακεδονικής άμυνας. Ο θάνατος του στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) της Καστοριάς αποτέλεσε το σύμβολο του αγώνα και το αίμα του θέρμανε την αλληλεγγύη με­ταξύ των ελεύθερων και υπόδουλων Ελλήνων. Γέννησε έκτοτε νέους μάρ­τυρες, αλλά και ήρωες νέους, για τη συνέχιση του αγώνα και τη σωτηρία του Μακεδονικού Ελληνισμού.
Η ίδρυση του Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου, αν και βράδυνε, υ­πήρξε ορθή λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διασώσεως του Μακεδονικού Ελληνισμού. Η δημιουργία περιφερειακών κέντρων διευ­θύνσεων του αγώνα σε όλα τα Ελληνικά Προξενεία της Μακεδονίας, καθώς και η επάνδρωσή τους με αξιωματικούς, ήταν επίσης εύστοχη ενέργεια.
Πάντως, πέρα από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες φορέων και ατόμων, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η νικηφόρα έκβαση του Μακεδονικού Α­γώνα ήταν αποτέλεσμα των αστείρευτων ηθικών δυνάμεων του Έθνους, και ιδιαίτερα του αγωνιστικού πνεύματος ολόκληρης στρατιάς από ιεράρ­χες, ιερείς, στρατιωτικούς, δασκάλους, υπαλλήλους και ανθρώπους κάθε κοινωνικής ομάδας, ακόμα και απλούς χωρικούς. Και μεταξύ των προέχουσα θέση στην τιμή και ευγνωμοσύνη του Έθνους έχουν σι εκατοντάδες των πεσόντων, γνωστών και αγνώστων.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο Μακεδονικός Αγώνας αποτελεί μια από τις λαμπρότερες και διδακτικότερες πτυχές της νεότερης πολεμικής ι­στορίας του Έθνους μας, και ειδικότερα πηγή εμπνεύσεως για τους νέους και προσφοράς υπηρεσιών τους σε δύσκολες και κρίσιμες εθνικές δοκιμα­σίες, όπως εκείνη του 1904-1908.
Τέλος, κατά κοινή διαπίστωση Ελλήνων και ξένων ιστορικών (Άγγλος D. Dakin), ο Μακεδονικός Αγώνας θα ήταν αδύνατο να επιτύχει τους στό­χους του χωρίς την ολόψυχη συμπαράσταση του Ελληνισμού της Μακε­δονίας στα γενναία ανταρτικά σώματα. Επίσης, ότι η σημασία του αγώνα ε­κείνου είναι τόσο σημαντική, όσο και εκείνη του αγώνα της Εθνικής Επο­ποιίας του 1821, γιατί χάρη σ’ αυτόν, η Ελλάδα κατόρθωσε να σώσει τη Μα­κεδονία και τον πληθυσμό της και να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋπο­θέσεις για την απελευθέρωσή της κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912­-1913.
διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Αναγνώριση και συλλογή άγριων φαγώσιμων χόρτων τον Οκτώβριο

Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας

Βλίτο (φύλλα)-Αmaranthus sp.
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Κάπαρη (φύλλα)-Capparis spinosa
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Καλέντουλα άγρια-Calendula officinalis
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Λάπαθο-Rumex sp.
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Σπόροι μάραθου-Foeniculum vulgare
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Μολόχα-Malva sp.
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Πεντάνευρο το λογχοειδές-Plantago lancelota
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Ραδίκια
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Ραδίκια άγρια
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Σέσκουλα-Beta vulgaris
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Σέσκουλο-Beta vulgaris
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Σινάπι-Sinapis alba
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Σκόλυμος-Scolymus hispanicus L.
Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Στρύφνος (αγριοντοματιά)-Solanum nigrum

Οκτώβριος: Άγρια φαγώσιμα χόρτα της Ελλάδας
Καρποί τριανταφυλλιάς

διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Η ιστορία του Ράδιο Καρολίνα (Radio Caroline)


TopSV0FM
Το Ράδιο Καρολίνα (Radio Caroline) υπήρξε ο πρώτος πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός στη Μ. Βρετανία. Εξέπεμψε για πρώτη φορά στις 28 Μαρτίου του 1964 κι έμελλε ν’ αλλάξει το μέλλον της ραδιοφωνίας στη «Γηραιά Αλβιώνα».
Radio Caroline 01 1964
Το Radio Caroline κάπου…. στον Ατλαντικό!
Σε μια περίοδο που απαγορευόταν η ιδιωτική πρωτοβουλία στα ερτζιανά, ο Ronan O’Rahilly, ένας ιρλανδός επιχειρηματίας από το χώρο της μουσικής βιομηχανίας, αποφάσισε να κάνει το πρώτο βήμα. Έστησε το σταθμό του πάνω σ’ ένα πλοίο και βγήκε στον αέρα εν πλω, από τα διεθνή ύδατα, περίπου τρία μίλα ανοιχτά των αγγλικών ακτών.
Έπαιζε κυρίως ποπ μουσική για νεαρούς και νοικοκυρές, ενώ η πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία του ήταν ότι εξέπεμπε σε 24ωρη βάση. Γρήγορα έγινε δημοφιλέστατος και το παράδειγμά του ακολούθησαν πολλοί μιμητές.
Radio Caroline 02 1972
Το Radio Caroline του 1972
Σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου, το 1967 η κυβέρνηση απαγόρευσε στις βρετανικές εταιρίες να διαφημίζονται σ’ αυτούς τους παράνομους σταθμούς, ενώ και στα πλοίο από τα οποία εξέπεμπαν απαγορεύτηκε ο κατάπλους για ανεφοδιασμό με τρόφιμα, νερό και καύσιμα. Έτσι, όλοι οι «πειρατές» έκλεισαν. Εκτός από έναν… το Ράδιο Κάρολαϊν, που κατέφυγε στα ολλανδικά λιμάνια για τις απαραίτητες προμήθειες.
QSL Radio Caroline
Οι κάρτες QSL που επιβεβαίωνε το Radio Caroline την λήψη του από τους Ραδιοακροατές. SWL – BLC
Οι επιπτώσεις από την επιβίωση του Ράδιο Κάρολαϊν ήταν άμεσες. Έξι εβδομάδες μετά την απαγόρευση, το κρατικό BBC ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός ποπ σταθμού εθνικής εμβέλειας, του Radio 1, στα πρότυπα του επιτυχημένου πειρατικού μοντέλου. Χρειάστηκαν άλλα πέντε χρόνια, μέχρι να αδειοδοτηθεί ο πρώτος ιδιωτικός ραδιοφωνικός σταθμός στο έδαφος της Μ. Βρετανίας.
Radio Caroline 03
Το Radio Caroline αγκυροβολημένο έξω από τις Βρετανικές ακτές.
Στο μεταξύ, αν και το Ράδιο Κάρολαϊν επιβίωσε μετά την απαγόρευση, αναγκάστηκε να σιγήσει το 1968, όταν το πλοίο του αποσύρθηκε από τη ναυτιλιακή εταιρία στην οποία ανήκε. Ξαναβγήκε στον αέρα από το 1972 έως το 1980. Αυτή τη φορά, το πλοίο βυθίστηκε κατά τη διάρκεια καταιγίδας. Επανήλθε και πάλι το 1983 με νέο πλοίο, το οποίο επίσης ναυάγησε οκτώ χρόνια αργότερα. Το 1991, το Ράδιο Καρολάιν απέκτησε επίγειες εγκαταστάσεις στη Βρετανία κι έκτοτε εκπέμπει μέσω δορυφόρου.
73 de SV0FM
διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός των Βαλκανίων.


  • Ράδιο Τσιγγιρίδη: Από τη ΔΕΘ ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός των Βαλκανίων
    Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης (τρίτος από αριστερά) μεταξύ συνεργατών
Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης ξεκινά τους πειραματισμούς του το 1923 στην αυλή του σπιτιού του, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη. Εκεί εγκαθιστά τον πρώτο ραδιοφωνικό πομπό τον οποίο κατασκευάζει ο ίδιος από εγκαταλελειμμένο ασύρματο της Γαλλικής Στρατιάς Ανατολής. Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη ΔΕΘ, όπου στεγάζεται σε δύο παραπήγματα: στο ένα (50 τ.μ.) στεγάζεται το στούντιο και για μονωτικό υλικό χρησιμοποιούνται ψάθες, ενώ στο άλλο (25 τ.μ.) τοποθετείται ο πομπός. Το ταξίδι του στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινά στους 1034 χιλιόκυκλους και... εγένετο Ράδιο Τσιγγιρίδη: ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός των Βαλκανίων, εν έτει 1928.
Παρά τα πρωτόγονα μέσα –οι ακροατές ακούνε ακόμα και το θόρυβο της βροχής που πέφτει στη στέγη από πισσόχαρτο–, το Ράδιο Τσιγγιρίδη μέχρι το 1936 λειτουργεί μόνο στο πλαίσιο της ΔΕΘ και, εν πολλοίς, αποτελεί τον πολιτιστικό καθρέφτη της συμπρωτεύουσας.
Ο Τσιγγιρίδης εκφωνεί από την εφημερίδα Μακεδονία χτυπώντας με το μολύβι του ένα καμπανάκι για να σηματοδοτεί την εναλλαγή των ειδήσεων, αλλά επίσης εκπέμπει και πλούσιο μουσικό πρόγραμμα με καλλιτέχνες από τη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο. Συχνές ήταν οι επισκέψεις της μαντολινάτας της Θεσσαλονίκης, της μπάντας του Παπάφειου Ορφανοτροφείου, και καλλιτεχνών όπως η Σωτηρία Ιατρίδου, ο Χρυσοχόου, ο Αττίκ, η Νινή Ζαχά, κ.ά.
Το 1936 του δίνεται άδεια για συνεχή λειτουργία, υπό την εποπτεία της νεοϊδρυθείσης τότε Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών Εκπομπών, αφού ο Ι. Μεταξάς έχει ήδη εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο για την «επανάσταση της 4ης Αυγούστου» από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού του Χρίστου Τσιγγιρίδη. Τα χρόνια της Κατοχής ο σταθμός θα σιγήσει, ενώ το 1944 ο εξοπλισμός του θα αποτελέσει για λίγους μήνες τη βάση του σταθμού της «Ελεύθερης Ελλάδας».
Τέλος, η φωνή του θα σιγήσει εντελώς τον Μάρτη του 1947. Τότε, λίγα μέτρα πιο πέρα, εγκαινιάζεται ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Θεσσαλονίκης από το ΕΙΡ.
  • Αναδημοσίευση από την έκδοση Εβδομήντα χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία, ΕΡΤ ΑΕ, 2008.
διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Σαν σημερα απαγχόνισαν τον Καπετάν Κωτα

Καπετάν Κώτας
1863 – 1905



Σλαβόφωνος οπλαρχηγός, που πολέμησε για την ελληνική υπόθεση στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κονσταντίν (Κότε) Χρίστωφ, το οποίο αργότερα εξελλήνισε σε Κώστας Χρήστου.
Γεννήθηκε το 1863 στο χωριό Ρούλια της Φλώρινας. Ασχολήθηκε με τη γεωργία, καλλιεργώντας τα λιγοστά κτήματα της πατρικής περιουσίας και ευκαιριακά ως οικοδόμος και τσαγκάρης. Αργότερα άνοιξε ένα χάνι, που ήταν ταυτόχρονα και παντοπωλείο. Παράλληλα, αναμίχθηκε στα κοινά της περιοχής και διετέλεσε μουχτάρης (κοινοτάρχης) στη Ρούλια.
Ανυπότακτο πνεύμα, έτρεφε μεγάλο μίσος για τους τούρκους κατακτητές, γι' αυτό εντάχθηκε στη βουλγαρική «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (VMRO), που διακήρυσσε τον αλυτρωτισμό της με το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Η ζωή του πήρε δραματική τροπή το 1898, όταν σκότωσε τον τούρκο μεγαλοτσιφλικά Κασίμ Μπέη, που καταδυνάστευε την περιοχή της Φλώρινας. Πήρε τα όρη και τα βουνά και κατέφυγε στο Βίτσι, όπου σχημάτισε τη δική του ένοπλη ομάδα.
Ο Καπετάν Κώτας γρήγορα αποστασιοποιήθηκε από τη VMRO, καθώς ήλθε σε ρήξη με τα τοπικά στελέχη της Τσακαλάρωφ και Κλιάσεφ. Τον θεωρούσαν πολύ υπερήφανο και ανεξάρτητο και πολλάκις προσπάθησαν να τον εξοντώσουν ως προδότη. Από τη διένεξη αυτή επωφελήθηκε ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός (Καραβαγγέλης), ο οποίος τον προσηλύτισε στην ελληνική ιδέα στις αρχές του 1902.
Ο Γερμανός ανέλαβε να συντηρεί την ομάδα του Κώτα και αυτός να υπερασπίζεται τα χωριά της περιοχής από τους βούλγαρους κομιτατζήδες και τους τούρκους. Παρά τη συμφωνία αυτή, ο Κώτας δεν έγινε ποτέ τυφλό όργανο του μητροπολίτη και πάντα διατηρούσε την ανεξαρτησία του, εκφράζοντας τον ελληνικότητά του με τον δικό του τρόπο.
Στις αρχές του 1904 ο Καπετάν Κώτας ήλθε στην Αθήνα και γνωρίστηκε με τον Παύλο Μελά, τον οποίο συνόδευσε στην πρώτη αποστολή στη Μακεδονία. Στις 9 Ιουνίου 1904, κατόπιν προδοσίας των παλιών του συντρόφων στο VMRO, συνελήφθη από τους Τούρκους και μεταφέρθηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου (σημερινή Μπίτολα της ΠΓΔΜ). Στις 27 Σεπτεμβρίου 1905, ύστερα από δίκη, εκτελέστηκε με απαγχονισμό, παρά τις προσπάθειες του ελληνικού προξενείου να τον απελευθερώσει με δωροδοκίες. Τελευταίες λέξεις του Καπετάν Κώστα μπροστά στην αγχόνη, «Ζήτω ο Ελληνισμός!» στα βουλγαρικά, καθώς τα ελληνικά του ήταν από φτωχά έως ανύπαρκτα.
Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, το χωριό του Ρούλια ονομάσθηκε στη μνήμη του Κώττας. Το 1960 στήθηκε επιβλητικός ανδριάντας του στην είσοδο της Φλώρινας, έργο του γλύπτη Δημήτριου Καλαμάρα.

https://www.sansimera.gr/biographies/288
διαβάστε περισσότερα »