Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Φτιάχνω σκιάχτρα-Προστασία από ζώα και πουλιά

 

ΤΑ ΖΟΥΛΑΠΙΑ - ΤΑ ΣΚΙΑΖΟΥΡΙΑ - ΟΙ ΤΣΑΚΑΤΟΥΡΕΣ


α') Ποιά ζώα βλάφτουν τά σπαρτά.

Όλα τά ζούμπερα (μικρά και μεγάλα ζώα)  είναι κίντυνος στά σπαρτά. Άπ τό μερμήγκι ως τ’ αλλο μεγαλύτερο ζουλάπι μέ τον καημένον τό γεωργό τά βάζουν. Άπ’ αυτόν αρπάζουν γιά νά ζήσουν.

Καί πρώτα-πρώτα: Τον καιρό όπου είναι χλόη ακόμα τό σιτάρι κιντυνεύει απ’ τούς λαγούς. Πέφτουν στη σπαρμουδιά μέ τά μοΰτρα καί σάν σέ λειβάδι τους βόσκουν γιά νά χορτάσουν. Χειμώνας τότε καί τά μόνα χορτάρια πού βρίσκουν είναι τοΰ γεωργού τό σιτάρι. Μά καί σάν πατήση ή άνοιξη, λιμασμένα από την πείνα πέφτουν τά σκατζοχέρια καί οί χελώνες.ο Τρώνε τρώνε κι αυτά, ξεκάνουν τό σιτάρι ολότελα κάποτε. Κι όταν έρθη ο καιρός καί ψανίση η ξεραθή, σκυλιά, πουλιά, μυρμήγκια στο χωράφι πέφτουν σάν τά όρνια στο λέσι, μέρα καί νΰχτα μέσα βρίσκονται. Άπό τον ιδρώτα τοΰ κακόμοιρου τοΰ γεωργοϋ πίνουν, καί πίνουν αλύπητα. Έφτασε κι ό καιρός πού γίνονται οί όψιμιές.

Ασβοί, σκυλιά, κοράκια, καρακάξες, χελώνες,, σκατζοχέρια, όλα- όλα τά ρούπετα χύνονται μονοκοπανιά νά ξεμπερδέψουν τό καλαμπόκι ευθύς πού θα αρχίση νά γαλατώνη.

Καί στά βουνά, όπου φτωχά τά χωράφια, τί τό παράξενο κι αν ξεκάνουν κάποτε όλοτελα σιτάρι καί καλαμπόκι! Δέν αφήνουν σπειρί γιά σπειρί άφάωτο, νά βρή νά μαζέψη ό γεωργός!

Κι αυτό είναι πού τον έκαμε νά σκεφτή νάβρη τόν τρόπο νά προφυλάγη τις σπαρμουδιές του άπό φανερούς καί κρυφούς οχτρούς.

β') Τά σκιάχτρα.

Έχει παρατηρήσει, έμαθε κι άπό τούς παλιούς πώς τά ζουλάπια σκιάζονται τόν άνθρωπο, τρομάζουν όταν άκούσουν βρόντο. Φοβούνται άπό κάμποσα παράξενα σχήματα καί χρώματα.

Έτσι πήγε ο νοΰς του νά φτιάση τά σ κ ι ά χ τ ρ α. Παίρνει, ας ποϋμε, ενα παντελόνι καί τό γεμίζει άχερα. Τό κρεμάει από ψηλό ξύλο καταμεσής στο χωράφι. Παραπάνω απ’ αυτό τεντώνει κι ένα σακάκι. Καπελώνει την κορφή τοΰ ξύλου και σοϋ κορτίζει έναν ψεύτικο άνθρωπο. Τό πουλί, ο ασβός, τό κάθε ρούπετο, βλέποντάς τον, λέει μέ τό νοϋ του :

'Ο  ν ο ι κ ο κ ύ ρ η ς είναι! Τό πιάνει ο φόβος. Δέ ζυγώνει νά χαλάση τό χωράφι.

Έγώ είπα ένα είδος ψεύτικον άνθρωπο. Μπορεΐ όμως να φτιάση και μέ φουστανέλλα άνθρωπο, η κι όπως αλλιώς αυτός τόν φαντασθή- σκιάχτρο δά φτιάνει, ας ειν’ ό,τι νάναι !

Άλλοτε πάλι φτιάνει ασπράδια ασβεστώνοντας τά δέματα τοΰ χωραφιού, Τό ίδιο σάν ανθρώπους. Ασπράδι εδώ, ασπράδι παραπέρα, όλο ασπράδια. Σ’ οποία ξερολιθιά κι αν κοιτάξη τό ροΰπετο, βλέπει τό ασπράδι και φαντάζεται άνθρωπο μέ φουστανέλλα και φύγει όπου φύγει από τό φόβο.

Θά φτιάσω  σ κ ι α ζ ο ύ ρ ι α'. Έστησα ακιαζούρι, άκοϋς νά λένε οί γεωργοί.

Κάποτε περνώντας έξω από σπαρμουδιά βλέπει κανείς στην κορφή παλουκιοϋ μπημένο κάρακλο  γαϊδουρινό, γαϊδουροκοκκάλα η γουμαροκοκκάλα, όπως λένε, κάποτε κι από βόδι η άπ  ό,τι άλλο μεγάλο ζώο κάρακλο.

Επίσης μπορεΐ νά ίδή κρεμασμένη από κάπου μιά σκορδοπλεξάνα (πλέχτρα από σκόρδα). Αυτά δεν τά βάζουν οΐ γεωργοί για νά σκιάζοϋν τά ρούπετα, παρά γιά νά διώχνουν τό κακό. Νά πέφτουν απάνω τους τών οχτρών τά μάτια, κι όχι στο σιτάρι ή στο καλαμπόκι, μην τΰχη και τά αβασκάνουν. Έχει νά κάμη τό κακό μάτι στά σπαρτά, σοϋ λένε.

Τά όσα είπαμε παραπάνω σκιάχτρα τά φτιάνουν γιά τις άλουπές, γιά τούς λαγούς, γιά τούς ασβούς...γιά τά πουλιά είναι άχρηστα.

Πολλές φορές μάλιστα τά κοπροπούλια  (σπουργίτια), κοράκια κι άλλα πουλιά, όχι μόνο δέ σκιάζονται παρά πάνε καί κάθονται πάνω σ’ αυτά. Δέν τά χαμπερίζουν ολότελας. Τόσο τό καλύτερο γι’ αυτά τέτοια σκιάχτρα. Βρίσκουν κάτι μέσα στο άδεντρο χωράφι γιά νά σταθούν.

γ') Οί τσακατοΰρες.

Τά ξέρει αυτά ο γεωργός. Ξέρει όμως κι ένα άλλο. Τόν παραμικρό βρόντο άκουσε τό πουλί, πετάει τρομασμένο. Αυτή ή παρατήρηση τόν οδήγησε νά βρή άλλο είδος  σ κ ι ά χ τ ρ ο, την τσακατούρα. Νά κάνη κάθε ώρα καί στιγμή τσάκα! τσάκα ! Ν' άκούη τό πουλί τό βρόντο της καί νά φεύγη. 

Άλλες τσακατοΰρες κάνουν τράκα, τρούκα, τράκα, τ ρ ο ύ κ α, κι «καυ από αύτό' τις ώνόμασαν τρακατρούκες (έτσι λέγονται και τα γνωστά πυροτεχνήματα).

Μά γιά νά φτιαστή η τσακατοΰρα, μην τό νομίζης καί τόσο εύκολο. Χρειάζεται τέχνη, και τέχνη μεγάλη. Μά έννοια σου ό γεωργός πού καταφέρνει τό αλέτρι του, έμαθε νά καταφέρνη κι άλλα πολλά, και α αυτά κοντά καί την τσακατοΰρα.

Καρφώνει τέσσσερα ξύλα εξήντα πόντους τό καθένα, και φτιάνει ενα τετράγωνο τελάρο. 

Καί φαντάσου το ορθό. Κοντά στις κορφινές άγγωνές του, πάνω στα όρθάρια ανοίγει δυο τρύπες μεγάλες, ίσια νά περνάη ενα αδράχτι (αα) πού νά μπορή νά στριφογυρίζει σάν την ά ν ε μ ο δ ο ύ ρ α. Τα’ αδράχτι ξεπέχει κι απ’ τις δυο μεριές τοΰ τελάρου. Στη μιά μεριά καρφώνει κατακόρυφα ξυλένιον έλικα μέ σχήμα X, πού τόν ονομάζει φτερά (ββ).

Στη μέση τοΰ αδραχτιού δένει δυο σκοινιά σάν κλώσσια.

Στις άκρες τους κρεμάει βρονταλίδια σφαιρίδια ή πέτρες, τά κ ο υ ρ έ λ ι α πού τά λένε (γγ).

Αυτά μέ τό στριφογΰρισμα τοΰ άδραχτιοΰ κουνιούνται καί χτυπούν πάνω στη σανίδα (δ), όπως λένε ένα τενεκέ σφηνωμένο ανάμεσα στά όρθάρια τοΰ τελάρου παρακάτω απ' τή μέση. Κοντά στις κάτω άγγωνές σφηνώνεται άπό ορθάρι σέ ορθάρι τό τιμόνι (ε) πού ξεπέχει κι άπό δώ κι άπό κεΐ κάμποσο.

Όλη αυτή ή μηχανή στηρίζεται σέ ενα μακρύ παλούκι (ζθ), μυτερό κάτω γιά νά μπήγεται στή γή. Καί ή πάνω του άκρη μπαίνει σέ μιά γουβίτσα (ζ) τοΰ τιμονιού. Γύρω σ’ αυτό τό παλούκι μπορεΐ νά στρεφογυρίζει το τελάρο δίχως καμμιά δυσκολία. Νά, ή στακατούρα.

Τη στήνει ό γεωργός μπήγοντας τό παλούκι σέ ύψωμα, οπού είναι τό πιό ξάγναντο μέρος τοΰ χωραφιού του. Ώστε άπ’όθε κι αν ράξη (εμφανιστεί) τό ζουλάπι, αυτή φαίνεται. Άκούεται ο βρόντος της κιόλας πιο καλά άπό κεΐ.

Καί τώρα πώς δουλεύει ή στακατούρα: Όποιος κι αν τραβάη ο άνεμος, τό στρεφογυρίζει τό τιμόνι, και τό τιμόνι στριφογυρίζει τήν τσακατοΰρα. Με τό στρεφογΰρισμα τά κουρέλια άλλοτε ξεμακραίνουν κι άλλοτε σιμώνουν και κροΰνε τήν τενεκεδένια σανίδα. Τάγκ! τάγκ! τάγκ! τάγκ! Θαρρείς πώς άκοϋς χτυπήματα από βρονταρίδια, πού φτιάνουν γιά νά ρεκλαμάρουν τό εμπόρευμά τους οί ποτοπουλητάδες, κι άκοΰοντάς τα οί περαστικοί νά σιμώνουν από περιέργεια κι ετσι νά γίνωνται πελάτες στά δροσιστικά ποτά πού πωλοΰν τό καλοκαίρι.

Μέρα, νΰχτα τό ίδιο, διόλου ή τσακατοΰρα δεν παύει τό βρόντο. Πού νά ζυγώση απ’ τό φόβο του τό ρούπετο! πού νά μπή πουλί στο σπαρτό γιά νά τσιμπήση σπόρους.

Σε μερικά χωριά φτιάνουν νεροτσακατοΰρες, δηλαδή τσακατούρες πού μέ νερό κινούνται. Εννοείται πώς εκλέγουν εκεί πού έχει το νερό κρέμαση γιά νάχη δύναμη νά τις κινάη.

Υπάρχει κι άλλο είδος τσακατοΰρας, πού και μικρό παιδί νά τήν μπιχειριστή, τή φτιάνει, τόσο εύκολη είναι. Κι όπως φαίνεται, αυτή θα είναι καί ή πρώτη τσακατοΰρα πού κατάφερε ό γεωργός πού έβαλε στο νού του νά σκιάζη τά ρούπ ετα. Ύστερώτερα τήν τελειποίησε καί τής έδωκε τή μορφή πού είδαμε παραπάνω.

Θέλεις νά τή φτιάσης, πάρε ξυλοστέφανο από κάδη. Όλόγυρά του κρέμασε μέ σκοινιά βρονταλίδια. Βλέποντάς το ό νοΰς σου πάει στον κηροπλάστη. Είδες εκείνος τι κάνει! Κρεμάει φυτίλια γΰρω σέ κόθρο από κόσκινο- έπειτα χΰνει στο κάθε φυτίλι λειωμένο κηρί καί φτιάνει τά κηριά τής εκκλησίας. Έτσι εΐναι κι ή τσακατοΰρα.

Τό στεφάνι αυτό κρέμασε το από ένα λιανό κλωνάρι δέντρου, τό ίδιο όπως κρεμάει κι ό κηροπλάστης τον κόθρο από κάπου. 'Οριζόντια θέλω νά πώ. Καταμεσής στο στεφάνι δάγκωσε έναν τενεκέ από πάφιλα. Αυτόν θά χτυπούν τά βρονταλίδια καί θά κάνουν τό βρόντο. Καί τώρα ποιά δΰναμη είναι κείνη πού τά κουνάει; Ή δΰναμη τοΰ αέρα. 

Όσο ήσυχα κι αν φυσάη ό αέρας, τό κλωνάρι θά κουνιέται πάνω και κάτω. Τό κρεμασμένο στεφάνι στρεφογυρίζει άπό τό κούνημα και τά βρονταλίδια άπό τό σείσιμο κροΰνε πάνω στον τενεκέ τσάκ τσάκ-τσάκ, άκούεται αδιάκοπα στην ερημιά τής εξοχής.

δ') Άλλα είδη σκιάχτρα.

Άλλο σκιάχτρο : Ό γεωργός παρατήρησε πώς τά πουλιά φοβούνται νά περάσουν άπό μέρος όπου εΐναι τεντωμένη κλωστή. Ή παρατήρηση αυτή τοΰ έδωκε άφορμή νά βρή κι άλλο είδος σκιάχτρο.

Όλόγυρα στό σπαρτό μπήγει παλούκια μέτρια στον ψήλο. Άπό παλούκι σέ παλούκι τεντώνει σκοινί σάν τηλεγραφικό σύρμα και ζώνει απ’ ολόγυρα τό χωράφι. Τά πουλιά βλέποντας τό σκοινί, δέ ζυγώνουν μυστήριο γιατί.

'Ως και γιά τήν πονηρή αλεπού βρήκε ό γεωργός σκιάχτρο.

Σκορπάει άχερα όλόγυρα στό σπαρτό κι έτσι φτιάνει μιά στράτα αχυρένια. Φόβος και τρόμος τής αλεπούς είναι αυτή ή στράτα. Έτυχε νά τήν ιδή ξαφνικά, τά χάνει. Ποιος ξέρει τι κακό βάνει στό νού της, και πισωδρομίζει.Γλυτώνει τό σπαρτό απ’ τήν επίσκεψή της.

Πηγή: Γεωργικά της Ρούμελης-Δημ. Λουκόπουλου-Εν Αθήναις 1938

http://www.ftiaxno.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: