Sample text


''πέτρα που γκιλνάει μούσκουρου δεν πιάν ........''

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

100 χρόνια από την πτώση του Μπιζανίου (21 Φεβρουαρίου 1913)

 

βΒΕΛΗΣΑΡΙΟΥΓράφει ο Πελασγός ο Μιλήσιος
Σιμά λίγα βράδυα πρωτύτερα, καταμεσίς του κουτσο φλέβαρου.
Μ’αναστάτωσε ένα όνειρο.
Πετάχτηκα ιδρωμένος μέσα στη νύχτα. Ο παππούς ο Νάκος, ο Εύζωνας του Ταγματάρχη Βελησαρίου, μπροστά μου με τη στολή του πολέμου, μ’ένα παράπονο.
- Μας αστόησατε(1) εγγονέ μου! Δεν πρόλαβα τίποτα να πώ, κι έφυγε μέσα στην αντάρα. Όλο και λιγότερο ξεχώριζε η φιγούρα του πολεμιστή, μέχρι που έσμιγε αχνά με μια σκιά, ώσπου χάθηκε από μπροστά μου!
Εκείνη τη νύχτα δεν ξαναβρήκα ύπνο!
Μ’έπιασαν και τα δάκρυα, και δύσκολα ξέκοβα και κάμποσους λυγμούς, για να φυλλάξω την ησυχία.
Κι ανακατώθηκαν οι ήρωες με τους Αγίους, το φρόνημα με την Πίστη μας. Κι έρχονταν οι λογισμοί, αντάμα στο νου για την άλλη ζωή. Ναι υπάρχει η άλλη ζωή! Δεν πέθανε ο παππούς…
Ζει για να θυμίζει τη λησμονηά, που φέρνει την Αλήθεια βαθειά στο χρόνο.

Και με ξαναγύρισε χρόνια πριν, όταν ερχόταν σπίτι απ‘ το διπλανό χωριό και ξεπέζευε το ζωντανό, και τού’στρωνε η μάννα τραπέζι για πρόφταση, ξεκίναγε το μολοητό για τα κατορθώματα των παλληκαριών του Ταγματάρχη…
-Λοιποοοοοοόν! έτσι αρχινούσε πάντα τα μολογήματα…
Κι έμεινα σταυροπόδι σύξυλος, με τα μάτια τσιτωμένα, μη χάσω τ’αφηγήματα του παππού!

Σαραντάπορο, Γιανιτσά, Βοδενά(Έδεσσα), Νιάουστα, έτσι την πρόφερε τη Νάουσα, Γιδά, Κιλκίς-Λαχανά,  Μάχη της Κρέσνας, η τελευταία Μάχη των Βαλκανικών πολέμων, που ως άλλος Λεωνίδας, ο Μαύρος Καβαλλάρης έφιππος με το πιστόλι στο χέρι, τραβούσε πρώτος με την ιαχή “Όποιος θέλει ας ακολουθήσει ή στην ελευθερία ή στο θάνατο”!
Κι από κοντά όλοι οι Εύζωνοι, καμαρώνοντας τον ” Ήρωα των ηρώων” τραβούσαν πίσω του με ζήλο, μην τον ντροπιάσουν!
Και κεί, το ύψωμα 1378 έμεινε σύμφυτο με το όνομα του Βελησαρίου, γιατί ο σύγχρονος Λεωνίδας έβαλε τα στήθη του μπροστά απ‘ τα πολυβόλα των Βουλγάρων, μή σκοτωθεί κάνας Εύζωνας, κι έπεσε ο Ταγματάρχης, στη φονικότερη και τελευταία Μάχη των Βαλκανικών πολέμων.
Και του απόμειναν εκτός από τον παππού το Νάκο, άλλοι 74 Εύζωνοι, για να τιμήσουν το ηρωικό Τάγμα του “Ήρωα των ηρώων”!
Και ξανάρθε ο λογισμός, ξύπνιος όπως ήμουν! Τυχαία ήρθε στον ύπνο μου ο παππούς;
Ποτέ σχεδόν δεν τον ονειρεύτηκα, κι ήρθε αναπάντεχα μέσα στη νύχτα μ’ ένα παράπονο ότι τους ξεχάσαμε…
Κι ήρθε τώρα, λίγες μέρες προτού κλείσουν 100 χρόνια για την ακρίβεια, από την πτώση του Μπιζανίου, στις 21 Φεβρουαρίου του 1913, ημέρα Πέμπτη.
“…Την προηγούμενη μέρα, ρίξαμε φόλες στα σκυλιά να μην αλυχτούν, και κόψαμε και τα τηλέφωνα. Και μέσα στην ησυχία συλλάβαμε τους Τούρκους στο φυλάκιο του Αη Νικόλα και μπήκαμε σχεδόν στα Γιάννενα, πάνω από το λόφο που φέρει σήμερα τ’όνομα του Ταγματάρχη. Κι εκείνος με τους 500 Ευζώνους του, φτάσαμε κοντά στη λίμνη.
Οι Τούρκοι έτρεχαν στήν πεδιάδα τῆς Ραψίστας νά σωθοῦν. Εμείς από κοντά τους, χωνόμασταν μέσα στο βούρκο μέχρι τη μέση, και τους προλαβαίναμε με τη λόγχη. Μπήκα μπροστά σε καμπόσους τραυματίες απ’ αυτούς, να μην τους κόψουν οι δικοί μας…
Η νύχτα, μας βρήκε στήν Εκκλησιά τ’ Αη Γιάννη μούσκεμα απ τον βούρκο, καμμιά χιλιαριά στρατιώτες κι αξιωματικοί, μαζύ με το Τάγμα του Ιατρίδη. Έτσι πορευόμασταν, χωρίς ο Ταγματάρχης Βελησαρίου να διαταχτεί απ’τσι ανωτέρους του!
Κόντευε 11 η ώρα το βράδυ, καμμιά επικοινωνία ο Εσάτ Πασάς με τη “Σκύλλα” του Μπιζανίου, πού ξερνούσε μολύβι τις προηγούμενες μέρες και ξεπάστρεψε 1150 Κρήτες. Κι εμείς, σιμά στον Πασά. Τότε κατάλαβε ότι οι 20.000 στρατιώτες του κι οι 32.000 του Τζαβήτ Πασά, που ήρθαν  απ’ το Μοναστήρι, ήταν όμηροι του Ταγματάρχη, που δεν τον ζάπωνε κανένας στον πόλεμο τον Βαλκανικό…
ΒΕΛΗΣΑΡΙΟΥΤα  οχυρά στο Μπιζάνι, που τά ‘φτιαξεένας Γερμανός (Kolmar Van Der Gaulds) για τον Εσάτ Πασά, ήταν στα χέρια μας.
Και να, στα πρώτα φυλάκια του δικού μας τάγματος, του 9ου Τάγματος Ευζώνων του Βελησαρίου, της Δεύτερης Μεραρχίας, έφτανε άμαξα με  τον Επίσκοπο Δωδώνης, και δυο Αξιωματικούς Τούρκους, που έφερνε την επιστολή για την παράδοση άνευ όρων των Ιωαννίνων και Μπιζανίου.“
Έτσι μολογούσε ο παππούς ο Νάκος για το Μπιζάνι, όταν ερχότανε και ξαναρχότανε στο σπίτι, απ’τ’άλλο χωριό πού έμενε με τον άλλο του γιό, τα ίδια κατορθώματα να μην τα ξεχάσω!
Γιαυτό ξανάρθε, μήπως και τα ξέχασα…
“…Στις 2 τα ξημερώματα της 21ης Φεβρουαρίου, ο Μαύρος Καβαλλάρης παρουσίαζε τους Τούρκους αποσταλμένους με το χαρτίπου παραδίνονταν, στο Χάνι του Εμίν Αγά, στο Ελληνικό Στρατηγείο με τον Κωνσταντίνο, όπου στις 5.30 το πρωί, διατάχτηκε κατάπαυση του πυρός….
Κατά την παράδοση των Τούρκων, ο Διάδοχος Κωνσταντίνοςκοιττάζοντας τον Βελησαρίου, τού’πε: “Ταγματάρχη, πρέπει να σε ραπήσω, αλλά και να σε φιλήσω”, κι έσκυψε και τόνε φίλησε!

Όπως γύριζαν πίσω την άλλη μέρα, οι Τούρκοι αξιωματικοί ρωτούσαν για τα στρατεύματά μας, τόν Βελησαρίου «Μα δεν μας ελέγετε τήν νύχτα ότι είχον κατέλθει εις την πεδιάδα;»…

Τους είπε ψέμματα, ότι έρχονται 30.000 στρατός και 30 κανόνια απ’τη Λαμία…
Ο Ταγματάρχης έμπαινε πρώτος στα Γιάννενα με τους Ευζώνους του!!!
Ζήτω ο Βελισσάριος
ένδοξος στρατηγός,
στα ελεύθερα τα Γιάννενα
πρώτος εμπήκε αυτός.
Εκεί στο λόφο ύψωσε
σημαία δοξασμένη
κι οι Τούρκοι παραδόθηκαν
όλοι πια, ντροπιασμένοι.
Και ξαναγύριζα στη νύχτα, να τον θυμάμαι με το παράπονο…

-Όχι παππού, δε σας αστόησαμε!
Και νάσου, θυμήθηκα χωρίς να το θέλω, πως κανά δυο χρόνια πριν, πήγα για προσκύνημα στο Σωχό μ’εναν φιλομόναχο ευπατρείδη, πού’ταν τιμή στο Μετσόβειο να τον απονείμει Δίπλωμα του Πολυτεχνείου.
Στο Μοναστήρι της Παναγίας Θεοσκέπαστης, στο Μετόχι της Δοχειαρίου, και πέρασα απ’ το διπλανό Μοναστηράκι της Μεταμορφώσεως. Εκεί απαντήσαμε έναν ευγενικό Γέροντα Ιωαννίκιο, και μας κράτησε για κέρασμα μετά την προσκύνηση των Εικόνων.
Έπεσε πάνω μου, εκεί πού’πινα τον καφέ, μια φωτογραφία στον τοίχο πού στέκονταν όρθιος ένας Εύζωνας.
-Ποιός είναι αυτός Γέροντα;
-Είναι ο πατέρας μου παιδί μου, ήταν Εύζωνας κοντά στον Ταγματάρχη Βελησαρίου.
Ήταν ο Εύζωνας Κοτσώνης παππού.
Εκεί παραθεωρήσαμε και τα τυπικά του προσκυνητή με τον Γέροντα, κι αγκαλιαστήκαμε σαν μικρά παιδιά συγκινημένοι.
Ο γιός του ενός  κι ο εγγονός τ’αλλουνού αγκαλιασμένοι, για το ένδοξο παρελθόν των ηρώων της Μακεδονίας, απ’τη Ρούμελη και οι δυό.
Και συλλογιόμουν στη νύχτα, πότε πέρασαν τα χρόνια, εκατό για την ακρίβεια. Κι αγωνίστηκαν οι ήρωες για τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία, και τις ελευθέρωσαν χωρίς κατηγόρια.
Γιατί άλλοι ήρωες, που οι ξένοι δεν πρόλαβαν να τους κόψουν, σαν το Νικήτα Σταματελόπουλο με τον αδερφό του Κυβερνήτη, Γεώργιο Καποδίστρια, κατηγορήθηκαν το 1839, πως τη Μακεδονία ήθελαν να την απελευθερώσουν μαζύ με τηνΉπειρο και τη Θεσσαλία!
Τόση θυσία και τόσο αίμα!
Που σήμερα βάζουν στο τραπέζι, γεωγραφικούς προσδιορισμούς για τη Μακεδονία, για να γελάνε τον κόσμο…
Κι ήρθε ο παππούς μέσα στη νύχτα, σταλμένος καταπώς φαίνεται απ’ όλους αυτούς τους ήρωες, να μου μηνύσει πως τους ξεχάσαμε…
Δεν σας αστόησαμε παππού!
Αυτοί που κρατάν απ’το αίμα σας, έχουν την επιταγή που τους παραδώσατε!
Μη νογάτε τους προδότες! Αυτοί, έτσι κι αλλιώς ήταν περίσεμμα πάντα!
Να πεις στους ήρωες, πως στο πόδι τους στέκονται χιλιάδες, που δε θέλουν να φαίνονται…
Αυτά να πείς στο Νικηταρά, τον Καποδίστρια, σ’ όλους τους Ευζώνους και στον Ταγματάρχη!

(1) μας αστόησατε= αστοχήσατε ενθυμήσθαι ημάς=Αποτύχατε να μας θυμηθήτε=μας ξεχάσατε.
αστόησατε=αστο(χ)ήσατε=αστοήσατε=αστόησατε

Πελασγός ο Μιλήσιος

http://olympia.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: